Ο Πρόεδρος της Αμερικής, Ντόναλντ Τραμπ, κλιμακώνει τον εμπορικό πόλεμο που έχει κηρύξει, τονίζοντας ότι καμία χώρα δεν θα ξεφύγει από τους «ανταποδοτικούς» δασμούς, ενώ στο επίκεντρο της κριτικής του ήταν η Κίνα.
«Κανείς δεν θα γλιτώσει, ειδικά η Κίνα, που μας αντιμετωπίζει με τον χειρότερο τρόπο», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός Πρόεδρος μέσω της πλατφόρμας Truth Social, λίγες ημέρες έπειτα από την ανακοίνωση εξαιρέσεων για ορισμένα τεχνολογικά προϊόντα, όπως smartphones, υπολογιστές και ημιαγωγούς, από τους δασμούς ύψους 145% που επιβλήθηκαν στην Κίνα.
Η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει περαιτέρω μέτρα, με τον ίδιο τον Πρόεδρο των ΗΠΑ να δηλώνει ότι επικεντρώνεται στους ημιαγωγούς και την αλυσίδα εφοδιασμού ηλεκτρονικών.
Ο Υπουργός Εμπορίου, Χάουαρντ Λάτνικ, ανέφερε στο ABC News ότι οι δασμοί σε ημιαγωγούς και φαρμακευτικά προϊόντα ενδέχεται να εφαρμοστούν εντός «ενός ή δύο μηνών», ενώ υπογράμμισε την ανάγκη παραγωγής αυτών των προϊόντων στις ΗΠΑ.
«Δεν μπορούμε να εξαρτώμαστε από την Κίνα για κρίσιμα αγαθά», τόνισε.
Η Κίνα, αντιδρώντας στους δασμούς, αύξησε τους δικούς της σε αμερικανικά προϊόντα στο 125% από το Σάββατο, ενώ το Υπουργείο Εμπορίου της χαρακτήρισε την εξαίρεση τεχνολογικών προϊόντων «μικρό βήμα». Παράλληλα, κάλεσε τις ΗΠΑ να «ακυρώσουν πλήρως τους ανταποδοτικούς δασμούς» και να επιστρέψουν σε μια πολιτική «αμοιβαίου σεβασμού».
Ο Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ επεσήμανε ότι ο προστατευτισμός «δεν οδηγεί πουθενά» και έσπευσε να καταδείξει την ανάγκη υπεράσπισης του πολυμερούς εμπορικού συστήματος και της σταθερότητας των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού.
Η εμπορική κόντρα ΗΠΑ-Κίνας προκαλεί δονήσεις στις διεθνείς αγορές, με τις μετοχές να παρουσιάζουν έντονη μεταβλητότητα, την τιμή του χρυσού να εκτοξεύεται και την αγορά αμερικανικού χρέους να πιέζεται.
Παρά την ένταση, ο Τραμπ εξέφρασε αισιοδοξία για μια πιθανή συμφωνία με την Κίνα, ενώ ανακοίνωσε 90ήμερη αναστολή των υψηλότερων δασμών για άλλους εμπορικούς εταίρους, διατηρώντας «βασικούς» δασμούς 10%.
Η κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου, πάντως, βρίσκει την Κίνα να προσπαθεί να αυτοπαρουσιαστεί ως υπερασπιστής του ελεύθερου εμπορίου, ενώ παράλληλα οι ΗΠΑ παρουσιάζονται ως ο παίκτης που προσπαθεί εμμονικά να προστατεύσει την εγχώρια βιομηχανία.






