Ο κύριος υποστηρικτής των ενόπλων που πολέμησαν για να ρίξουν τον Ασάντ, από το πρώτο ξέσπασμα του εμφυλίου το 2011 ήταν η Τουρκία.
Παρά το γεγονός ότι Τούρκοι αξιωματούχοι αρνούνται οποιαδήποτε εμπλοκή με τις δράσεις της τζιχαντιστικής οργάνωσης Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ και του Συριακού Εθνικού Στρατού που αποτελεί μια ομάδα-ομπρέλα των υποστηριζόμενων από την Τουρκία συριακών πολιτοφυλακών, αναλυτές θεωρούν ότι η επίθεση στον Ασάντ ταυτιζόταν πολύ με τους μακροπρόθεσμους τουρκικούς στόχους και δεν ήταν εφικτό να συμβεί δίχως να γνέψει καταφατικά η Άγκυρα. Το σημαντικότερο είναι πως επιτράπηκε στην Τουρκία να αντεπιτεθεί στις κουρδικές δυνάμεις στη Συρία, συμμάχων του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν που είναι και άσπονδοι εχθροί της.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατηγορούσε τον Μπασάρ αλ Ασάντ:
«Είχαμε κάνει ένα τηλεφώνημα στον Άσαντ. Είπαμε…Ελάτε, ας συναντηθούμε, ας καθορίσουμε μαζί το μέλλον της Συρίας. Δυστυχώς, δεν μπορέσαμε να πάρουμε θετική απάντηση από τον Άσαντ».
Η Τουρκία είχε δηλώσει πως υποστηρίζει την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας και δεν σκοπεύει στη διάλυση τη χώρα, καθώς δεν θέλει μια αυτόνομη περιοχή κάτω από κουρδικό έλεγχο πλησίον των συνόρων της. Η Άγκυρα έχει εισβάλει πολλάκις στη Συρία από το 2016 για να απωθήσει τις δυνάμεις του ISIS και του Κούρδους υπέρμαχους, προκειμένου να δημιουργήσει μια νεκρή ζώνη κατά μήκος των συνόρων της. Τώρα λοιπόν έχει υπό τον έλεγχο της μια ολόκληρη εδαφική ζώνη εντός της Συρίας.
Αναλυτές τονίζουν πως το εγχείρημα της αντάρτικης επίθεσης δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί δίχως τη συγκατάβαση της Τουρκίας. Παρά τον χαρακτηρισμό της HTS ως «τρομοκρατική οργάνωση», εικάζεται πως η Τουρκία ασκεί μεγάλη επιρροή πάνω της και Τούρκοι αξιωματούχοι υπαινίσσονται πως η Άγκυρα συνέβαλε επί μήνες στην καθυστέρηση της επίθεσης.
Η νίκη των ανταρτών την αντιπολίτευσης γέννησε ελπίδες πως η Τουρκία μπορεί να πετύχει τους στρατηγικούς στόχους της στη Συρία, καθώς και την εξασφάλιση των νότιων συνόρων της καθώς και τον επαναπατρισμό των Σύρων προσφύγων.






