Μέσα στο 2024 η αγορά εργασίας στην Ελλάδα χάνει συνεχώς θέσεις, αλλά η κυβέρνηση πανηγυρίζει, αλλοιώνοντας για ακόμη μια φορά την πραγματικότητα, η οποία είναι πως η σταθερή πορεία της οικονομίας προς τον γκρεμό δεν μπορεί να ανατραπεί πλέον.
Σύμφωνα με τις επίσημες καταγραφές, που αναγράφονται στο σύστημα Εργάνη (Ροές Μισθωτής Απασχόλησης Ιδιωτικού Τομέα ανά μήνα), προκύπτει αρνητικό πρόσημο για το 2024 σε σχέση με το 2023. Ούτε λίγο ούτε πολύ, κατά το 2024 χάθηκαν 46.302 θέσεις εργασίας σε σχέση με το 2023.
Επί της ουσίας, το τελευταίο εξάμηνο του 2024 και κάθε μήνα η σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2023 είναι ελλειμματική. Εξαιρώντας τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο, οι υπόλοιποι τέσσερις μήνες παρουσιάζουν τεράστιες αποκλίσεις σε σχέση πάντα με τον αντίστοιχο μήνα του 2023.
Παρά το γεγονός πως από τον Φεβρουάριο μέχρι και τον Μάιο υπήρξε σταθερή αύξηση, μετά άρχισε η κατρακύλα. Μεγάλο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι τόσο ο Ιούνιος (-4.800 θέσεις εργασίας) όσο κυρίως ο Ιούλιος (-26.685 θέσεις εργασίας) έχουν αρνητικό πρόσημο σε σχέση πάντα με τους αντίστοιχους μήνες του 2023.
Μιλάμε για τους καλοκαιρινούς μήνες που, σύμφωνα με τις αφίξεις, καταγραφόταν ρεκόρ άφιξης τουριστών, σε σχέση πάντα με τα δεδομένα των αντίστοιχων μηνών του 2023.
Ωστόσο οι εργοδότες απέλυαν προσωπικό, αντί να προβούν σε περαιτέρω προσλήψεις. Όπως εύλογα προκύπτει, η ελληνική οικονομία, παρά τα ρεκόρ του τουρισμού, έχει μπει σε διαδικασία ύφεσης, τουλάχιστον αναφορικά με την πραγματική οικονομία. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί αυτή η αναστολή της αύξησης της απασχόλησης;
Σύμφωνα με το σύστημα Εργάνη και σε σχέση με το 12μηνο του 2024:
Ο μέσος μισθός ανήλθε στα 1.342 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 7,2% σε σχέση με το 2023 (1.251 ευρώ) και συνολική αύξηση 28,3% από το 2019 (1.046 ευρώ).
Η πλειονότητα των εργαζομένων (53,7%) λαμβάνει μισθό άνω των 1.000 ευρώ έναντι 46,3% το 2023 και 36,3% το 2019.
Αύξηση της πλήρους απασχόλησης στο 76,4%, κατά 1,6% πάνω από το 2023 και 7,2% πάνω από το 2019 (74,8% το 2023 και 69,20% το 2019).
Αυτά είναι τα στοιχεία που κάνουν την κυβέρνηση να πανηγυρίζει και τα συστημικά ΜΜΕ να σέρνουν το χορό, δίχως να αναλύουν. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ας τα δούμε ξεχωριστά.
Ο μέσος μηνιαίος μισθός ανήλθε στα 1.342 ευρώ και πάνω από το 50% των μισθωτών λαμβάνει πάνω από 1.000 ευρώ μηνιαίως (ας μη μιλήσουμε για το άλλο 43,6%). Αυτό σημαίνει ότι ο μέσος εργαζόμενος, με δεδομένο ότι δεν άλλαξαν οι φορολογικές κλίμακες, πληρώνει 1.563 ευρώ φόρο μισθωτών και 2.605 ευρώ ετησίως σε ασφαλιστικές εισφορές. Το 2019, με τον μέσο μηνιαίο μισθό στα 1.046 ευρώ, ο μέσος μισθωτός πλήρωνε 685 ευρώ φόρο μισθωτών και 2.021 ευρώ σε ασφαλιστικές εισφορές. Αν σε αυτό προστεθεί η κατά 30% αύξηση των τιμών τον τροφίμων, το κόστος στέγασης (συμπεριλαμβάνει το κόστος ηλεκτρικού ρεύματος) που, σύμφωνα με τη Eurostat, απορροφά το 34% του εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών και τον ΦΠΑ, εύκολα προκύπτει το δράμα των ελληνικών νοικοκυριών.
Όσο για την κατά 7,2% αύξηση της απασχόλησης; Πρόκειται για μικρό αποτύπωμα, αν κάποιος το συγκρίνει με τη δηλωμένη ποσοστιαία αύξηση του ΑΕΠ σε σχέση με το 2019. Εκείνη τη χρονιά το ΑΕΠ μετρήθηκε στα 183,413 δισ. ευρώ και φέτος εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει τα 235 δισ. ευρώ (η ΕΛΣΤΑΤ θα ανακοινώσει το τελικό ΑΕΠ μέσα Μαρτίου). Αυτό σημαίνει αύξηση της τάξης του 22%. Όπως εύκολα προκύπτει, οι μισθωτοί καρπώθηκαν τα ψίχουλα από την αύξηση του ΑΕΠ, η οποία –πέρα από φορομπηχτική– είναι και φουσκωμένη τεχνητά.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, επωφελούμενος στη διετία της πανδημίας από τη χαλάρωση, δανείστηκε πάνω από 50 δισ. ευρώ που τα μοίρασε με τη μορφή επιχορηγήσεων και επιδομάτων σε μεγάλες ομάδες πληθυσμού οι οποίες ήταν έγκλειστες και δεν μπορούσαν να καταναλώσουν. Επομένως, μετά το τέλος των εγκλεισμών το 2022 πυροδοτήθηκε μια έκρηξη κατανάλωσης που, μαζί με την ανάγκη των άλλων λαών για ταξίδια, έφερε ανάλογη έκρηξη της κατανάλωσης. Αυτή μέσα στο 2024 άρχισε να σβήνει. Το αποτέλεσμα το επωμίζεται πρώτα η αγορά εργασίας, η οποία φθίνει.
Ακριβώς και κυρίως λόγω του πληθωρισμού τα ελληνικά νοικοκυριά σταματούν να καταναλώνουν. Κατ’ ουσίαν, οι όποιες αποδοχές κατευθύνονται για να «ταΐσουν» τον πληθωρισμό της απληστίας σε ενέργεια (καύσιμα και κυρίως κόστος ηλεκτρικού ρεύματος) και τρόφιμα. Από την άλλη, η εξακόντιση της άμεσης φορολογίας –δίνονται αυξήσεις χωρίς να αλλάζουν οι φορολογικές κλίμακες– και κυρίως της έμμεσης (ΦΠΑ) που τροφοδοτεί τη φορομπηχτική ανάπτυξη του ΑΕΠ αφαιρούν και τις όποιες καταναλωτικές επιθυμίες υπάρχουν.
Μια οικονομία που στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην κατανάλωση των νοικοκυριών και με δεδομένη την απώλεια της αγοραστικής δύναμης –είμαστε προτελευταίοι στην Ευρώπη σύμφωνα με τη Eurostat– μοιραία συρρικνώνεται. Αυτό που αντίθετα μεγεθύνεται είναι η αισχροκέρδεια των μεγάλων, που τροφοδοτεί την έμμεση φορολόγηση. Ο Μητσοτάκης έχει καταφέρει να δηλητηριάσει την ελληνική πραγματική οικονομία με την επιλογή της μεροληπτικής επιλογής της μεγέθυνσης του ΑΕΠ ως οδηγού της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.






