Σε νέο εγχείρημα προχωρά η κυβέρνηση προκειμένου να αποτινάξει τις κατηγορίες για συγκάλυψα, επισυνάπτοντας ευθύνες στις διαχρονικές παθογένειες του ελληνικού κράτους, ενώ κάνει λόγο για «λάθη συντονισμού». Έμμεσα δηλαδή, το Μαξίμου ρίχνει το βάρος σε πολιτικές αστοχίες, καταβάλλοντας μια απέλπιδα προσπάθεια να σιγήσει τις φωνές που πληθαίνουν και μιλούν για συγκάλυψη.
Πατώντας επίσης πάνω στο σημερινό πόρισμα, καταφεύγει στο επιχείρημα πως ίσως σημειώθηκαν υπηρεσιακά λάθη. «Δείχνει» τους Υπουργούς που διαχειρίστηκαν την υπόθεση και λένε από την κυβέρνηση πως δεν υπάρχει συγκάλυψη, αλλά έγιναν «αστοχίες στο πεδίο», που δείχνουν «κακό συντονισμό» επιχειρησιακά.
Από την κυβέρνηση λοιπόν, επικαλούνται τις διαχρονικές παθογένειες της χώρας, προσπαθώντας αγωνιωδώς μα πείσουν πως τα λάθη που έγιναν ήταν πολιτικής κι όχι ποινικής φύσεως. Εμφανώς, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αυτή τη στιγμή επιλέγει να φανεί ανίκανη, ως προτιμότερη διέξοδο από το να φέρει την «ταμπέλα» της κυβέρνησης που συγκάλυψε ένα έγκλημα.
Όπως χαρακτηριστικά είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, η σελίδα 116 του πορίσματος απαντά στην αντιπολίτευση για το «μπάζωμα με δόλο». Υπογραμμίζει, αναφερόμενος στη σελίδα αυτή του πορίσματος: όλοι λειτουργούσαν με ρόλο παρατηρητή, χωρίς κανείς να δίνει εντολές. «Είναι δεδομένο ότι το πόρισμα εντοπίζει αστοχίες ή ενδεχόμενες αστοχίες στο πεδίο που δείχνουν κακό συντονισμό επιχειρησιακά. Η κατηγορία που απορρίπτουμε δεν είναι η διερεύνηση των χειρισμών στο πεδίο, η κατηγορία της αντιπολίτευσης μιλά για μπάζωμα με δόλο μετά τη συγκάλυψη», προσθέτει ο κ Μαρινάκης.
Επιπλέον, η κυβέρνηση εξακολουθεί να καλύπτει τον πρώην Υπουργό Μεταφορών, Κώστα Καραμανλή, για τις ποινικές ευθύνες, δίχως ωστόσο να αρνείται την ύπαρξη πολιτικών ευθυνών. «Δεν έχουμε κρυφτεί από τις ευθύνες μας και είναι διαχρονικές οι παθογένειες του ελληνικού κράτους αλλά δεν υπάρχει ποινική πολιτική ευθύνη» και συμπληρώνει για τη μη ολοκλήρωση του 717 και την τραγωδία των Τεμπών.
Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, εκείνη την τραγική νύχτα υπήρξε σύμπτυξη μιας σειράς από μοιραία ανθρώπινα λάθη με σωρεία πολύ μεγάλων, διαχρονικών και κρίσιμων αδυναμιών, παθογενειών, παραλείψεων του κράτους. «Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που ένας ψύχραιμος παρατηρητής βγάζει. Αυτό το πόρισμα, όπως και κάθε πόρισμα, θα το αξιολογήσει η δικαιοσύνη. Να μην πολιτικολογούμε επί συμπερασμάτων. Αδικεί την προσπάθεια των επιστημόνων να προσπαθούμε όσοι δεν είμαστε ειδικοί να ερμηνεύουμε κατά το δοκούν τα συμπεράσματά τους», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο ελληνικός σιδηροδρομικός τομέας σύμφωνα με το πόρισμα: παρουσιάζει κακή συντήρηση και την όλο και πιο υποβαθμισμένη υποδομή και μια διαρθρωτική έλλειψη προσωπικού, απαραίτητου για να συνεχίσει να παρέχει τις συνήθεις υπηρεσίες. Ο διαχειριστής υποδομής ΟΣΕ δεν προβαίνει σε προληπτική συντήρηση των υποδομών ελέγχου, τηλεδιοίκησης και σηματοδότησης.
Παρεμβάσεις πραγματοποιούνται όταν αποτυγχάνουν (κρίσιμα) στοιχεία, ακόμη και για έργα ανάταξης που παραδίδονται εν μέρει σε χρήση. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο ο ΟΣΕ διαχειρίζεται τις ικανότητες των σταθμαρχών του δεν εγγυάται ότι είναι ικανοί για τις εργασίες που σχετίζονται με την ασφάλεια για τις οποίες είναι υπεύθυνοι και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Επίσης, δεν είχε πραγματοποιηθεί μεθοδευμένη παρακολούθηση της απόδοσης κανενός από τους σταθμάρχες, με αποτέλεσμα ο ΟΣΕ να μην έχει εικόνα για την όποια επιδείνωση στην ποιότητα εκτέλεσης εργασιών που σχετίζονται με την ασφάλεια.






