Τα πολιτικά συστήματα δεν αποτελούν παρά αντανακλάσεις των κοινωνιών στις οποίες απευθύνονται. Οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές αλλαγές που βίωσε η ελληνική κοινωνία την τελευταία πενταετία ήταν ραγδαίες. Σκεφτείτε μόνο πόσο διαφορετική ήταν η κοινωνική πραγματικότητα στην Ελλάδα το 2018 σε σχέση με το 2023, όταν σε αντίστοιχες πενταετίες, λίγα άλλαζαν (2011-2016 ή 2002-2007).
Η οικονομική ανάπτυξη που ξεκίνησε το 2017, η εμπειρία του κορωνοϊού, ο πληθωρισμός, η διεθνής αστάθεια και οι πόλεμοι σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, η σειρά εκλογικών αναμετρήσεων, η εξέλιξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι λίγες μόνο από τις ραγδαίες αλλαγές τις οποίες βιώνει καθημερινά η ελληνική κοινωνία τα τελευταία πέντε χρόνια.
Η ένταση και η ταχύτητα των αλλαγών δεν έχουν επιτρέψει στο ελληνικό πολιτικό σύστημα να τις αφομοιώσει. Στο πολιτικό σύστημα και τα κόμματα, οι αλλαγές συμβαίνουν με βραδύτητα. Άλλωστε, στην περίοδο της μεταδημοκρατικής εκτροπής, η σύνδεση πολιτικής ελίτ και κοινωνίας φθίνει.

Έτσι βρεθήκαμε σε μια παράδοξη κατάσταση μέχρι πριν λίγους μήνες όπου τα κόμματα δεν “κούμπωναν” με τις κοινωνικές ανάγκες. Το πολιτικό σύστημα δεν αποτελούσε αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας, αλλά έναν σπασμένο καθρέφτη που αντανακλούσε μονάχα το φθαρμένο είδωλο μιας άλλης πραγματικότητας.
Αυτός ενδεχομένως, μαζί με άλλους παράγοντες, να ήταν ένας λόγος για την τεράστια αποχή στις ευρωεκλογές του Ιουνίου. Αυτό είναι ένα εργαλείο ερμηνείας του φαινομένου Κασσελάκη και αυτός είναι ο παράγοντας που οδηγεί το πολιτικό σύστημα σε κατακερματισμό.
Το ΠΑΣΟΚ έκανε πρώτο εκλογές, ξεκαθάρισε τις κατευθύνσεις του και τώρα γεύεται τους καρπούς αυτής της αλλαγής. Το αν θα είναι προσωρινή ή όχι χαρά θα φανεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ επίσης, μπήκε σε μια περισσότερο τραχεία διαδικασία λόγω της έντασης του στρατοπέδου Κασσελάκη. Όμως έκανε εκλογές και σήμερα έχει έναν αρχηγό με περάσματα στην ελληνική κοινωνία που στοχεύει να ενώσει το κόμμα.
Η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτές τις μεταβολές. Η διαγραφή Σαμαρά, ο «πάγος» στο στρατόπεδο Καραμανλή, η αποξένωση από την παραδοσιακή βάση, η δυσαρέσκεια προς την ηγεσία είναι φαινόμενα της ίδιας κατάστασης.
Η ΝΔ δεν απευθυνόταν σε μια κοινωνία που μετά από μια δεκαετία κρίσης, αποζητούσε έναν εκσυγχρονιστικό τεχνοκρατισμό, μια αίσθηση νοικοκυρέματος, υπεράνω πολιτικών ταυτοτήτων. Ο Μητσοτάκης στράφηκε στο κέντρο και κέρδισε.

Σήμερα όμως προσπαθεί να απευθυνθεί σε ένα κοινό που διαρκώς συρρικνώνεται. Και πόσο δε μάλλον στην εποχή της κυριαρχίας των ταυτοτήτων, το κοινό αυτό αναζητά διαφορετική ατζέντα που συγκρούεται με την παραδοσιακή συντηρητική βάση της Νέας Δημοκρατίας.
Τα κοινωνικά αιτήματα έχουν αλλάξει. Το κοινό του 2019 έχει αλλάξει. Η Νέα Δημοκρατία όμως αναζητά εγκλίσεις του τότε. Οι πιέσεις της βάσης για επιστροφή στην ατζέντα των ταυτοτήτων, των συντηρητικών (αντιδραστικών στην παγκοσμιοποίηση) μεταβολών εντείνονται καθημερινά και έχουν οπαδούς μέσα στο κόμμα που αμφισβητούν την ηγεσία Μητσοτάκη.
Σε αυτή την περίοδο των ταυτοτήτων, νέα κόμματα, με ταυτοτικα συνθήματα έχουν κέρδη. Παράλληλα, η οικονομική φθορά και οι χαμηλές προσδοκίες δημιουργούν κομματικούς τοπικισμούς που σπάνια συναντούσαμε στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης (π.χ. Κόμμα Βελόπουλου στη βόρεια Ελλάδα, Αριστερά κόμματα απο τη Λάρισα και κάτω κ.α.). Φυσικά, εξαιρείται η περίπτωση της Κρήτης.
Σε αυτή τη νέα εποχή, δύο θα είναι τα σενάρια. Είτε θα περάσουμε σε μια εποχή κυβερνήσεων συνεργασίας, όπως στα Βαλκάνια και τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, είτε θα πάμε σε μοντέλα εκλογικών ομπρελών στα πρότυπα της Ιταλίας.
Δηλαδή να δούμε συνασπισμούς κομμάτων σε προεκλογική βάση, με προτεινόμενο εξ αρχής πρωθυπουργό και θέσεις προσώπων με από κοινού κατάρτιση ψηφοδελτίων.
Το άλλο σενάριο δεν μας είναι άγνωστο. Κυβερνήσεις συνεργασίας δύο ή και τριών κομμάτων. Προσφορά άλλωστε υπάρχει. Και με την ύπαρξη κομμάτων χωρίς ιδεολογικές πολιτικές ταυτότητες όλα είναι πιθανά.






