Όπως αποκάλυψαν οι Financial Times, οι Βρυξέλλες προωθούν ένα σχέδιο «αγοράζω από Ευρώπη», ούτως ώστε να επιτρέψουν στις κυβερνήσεις να αποκλείουν ξένους πλειοδότες και να «αγοράζουν ευρωπαϊκά». Αυτή η κίνηση έρχεται ως απάντηση στην πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ «Πρώτα η Αμερική».
Η Κομισιόν «θα προτείνει να προτιμώνται ευρωπαϊκές εταιρείες στις δημόσιες συμβάσεις για κρίσιμους τομείς και τεχνολογίες», σύμφωνα με προσχέδιο το οποίο περιήλθε σε γνώση των Financial Times.
Σύμφωνα με όσα αναφέρουν αξιωματούχοι, στόχος της κίνησης είναι να έχουν οι κυβερνήσεις τη δυνατότητα να προστατεύσουν σημαντικούς τομείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης από φθηνότερους ανταγωνιστές από την Κίνα και αλλού.
Η πρόταση βρίσκεται ακόμα υπό επεξεργασία, ενδέχεται να δημοσιευθεί την Τετάρτη και έρχεται να στηρίξει τις μεταρρυθμίσεις που είχε υποστηρίξει ο πρώην Πρωθυπουργός της Ιταλίας, Μάριο Ντράγκι.
Το εν λόγω σχέδιο, που ίσως να έπληττε το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ελβετία, βρίσκεται υπό συζήτηση εδώ και αρκετό καιρό στις Βρυξέλλες, ωστόσο δεν είχε την απαραίτητη στήριξη από οικονομικά φιλελεύθερα κράτη μέλη.
Η εν λόγω πρωτοβουλία έρχεται μετά τις εξαγγελίες του Αμερικανού Προέδρου πως θα δώσει προτεραιτότητα στις εγχώριες αγορές
«Η απώλεια της ευρωπαϊκής παραγωγικής ικανότητας και τεχνογνωσίας σε κρίσιμους τομείς θα μπορούσε να καταστήσει την Ε.Ε. επικίνδυνα εξαρτημένη από εισαγωγές σε βασικά τμήματα της οικονομίας», σημειώνει η πρόταση.
«Σε ένα πλαίσιο όπου άλλοι σημαντικοί παίκτες επιβάλλουν περιορισμούς στην πρόσβαση στις αγορές τους και επιδιώκουν να ενισχύσουν την παραγωγική ικανότητα σε κρίσιμες τεχνολογίες, η Ευρώπη πρέπει να διαφυλάξει τις δικές της ικανότητες» τονίζεται στο έγγραφο που επικαλούνται οι FT.
Σύμφωνα με τον Γάλλο επίτροπο της ΕΕ για τη βιομηχανική στρατηγική, Στεφάν Σεζουρνέ, μέτρα σαν την αναθεώρηση των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις και τις κρατικές ενισχύσεις αποτελούν μέρος της προσπάθειας των Βρυξελλών να «μεταφράσει το ευρωπαϊκό δόγμα σε πράξη».
Η Κομισιόν θέλει να αναθεωρήσει την οδηγία για τις δημόσιες συμβάσεις το επόμενο έτος, η οποία υπαγορεύει ότι όλες οι συμβάσεις «πρέπει να αντιμετωπίζουν όλους τους αιτούντες ισότιμα και να μην κάνουν διακρίσεις μεταξύ τους».






